μαχμουρλίδικος

μαχμουρλίδικος
η , ο
1) сонливый; сонный; 2) медлительный, ленивый, неповоротливый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μαχμουρλίδικος" в других словарях:

  • μαχμουρλίδικος — η, ο [μαχμουρλής] αυτός που αναφέρεται ή ταιριάζει στον μαχμουρλή, άκεφος, οκνός. επίρρ... μαχμουρλίδικα με τρόπο που ταιριάζει σε μαχμουρλή …   Dictionary of Greek

  • τεμπέλικος — η, ο αυτός που ταιριάζει σε τεμπέλη, μαχμουρλίδικος, νωχελής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»